Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

ο θρυλος του σερ μιχαλη

(το παρακατω μεσαιωνικο επος ειναι το δωρο μου για τα γενεθλια του αγαπημενου μου φιλου μιχαλη που εγινε 30, χεχεχεεεε!)


Ξεπρόβαλλε ο αυγερινός, η πούλια κι όλα τ’ άστρα
Και κρύο φεγγαρόφωτο έλουζε τα κάστρα.
Από την πύλη του ενός και μέσα στα σκοτάδια,
Ο Σερ Μιχάλης κάλπαζε, με την καρδιά του άδεια.

Με μόνο σύντροφο πιστό το δίκοπο σπαθί του
Κινά με τόλμη περισσή να σώσει την καλή του.
Τη Λαίδη Μαίρη απήγαγε ο Σιχαμένος Δράκος
Και όλη η Κόρφια τη θρηνεί, και έχει γίνει ράκος.

Περνά ποτάμια ορμητικά, κοιλάδες, πεδιάδες
Και συναντά στο διάβα του βοσκούς, μα και ψαράδες.
Όλοι φωνάζουν ‘Μα πού πας; Δε θέλεις τη ζωή σου;
Ο Δράκος είναι ανίκητος, θα φάει το κωλί σου!’

Ο Σερ Μιχάλης κιότεψε, για λίγο, τόσο δα,
Μα η Λαίδη Μαίρη συνεχώς το νού του τυραννά.
Συνέχισε το δρόμο του, μέσα στις κακουχίες
Το ξίφος έσφιγγε σφιχτά, μα και άλλες μαλακίες.

Πανοπλία αρχοντική, chain mail και βαλλίστρα,
Ακόντιο, τόξο και κοντόξυλο, αλλά και μία ξύστρα.
Σε πέντε μέρες έφτασε, αρματωμένος ως τα μπούνια
Στου Δράκου τα λημέρια, πουχαν απέξω κούνια.

‘Δράκε κακέ και βρώμικε, για βγες στο παραθύρι
Άσε τη Λαίδη ελεύθερη, θα σε κάνω ψωμοτύρι!’
‘Έλα ρε φίλε χέσε μας, απάντησε ο Δράκος,
Τράβα τώρα σπίτι σου, μην είσαι μαλακάκος’.

‘ΟΧΙ, ανέκραξε ο Σερ, η Λαίδη είναι δική μου!
Και μη ζορίζεις και πολύ, θα νιώσεις την οργή μου!
Έχω δυνάμεις μαγικές, θα τις χρησιμοποιήσω
Ξόρκια, βοτάνια, κεραυνούς, και θα σε σοδομίσω’.

‘Τη δύναμη του Grayskull την έχω πάντα δίπλα
Predator έχω βοηθό, να μου κρατάει την τσίχλα.
Ένα τάγμα ξωτικά να μου φυλάει τα νώτα
Και οι 300 με σειρά μου γυάλισαν τη μπότα.

Το Λόρδο Βέιντερ τον κακό, με τον αναπνευστήρα
Του Charlie’s Rock Bar τον αετό, μαζί με συνδετήρα.
Οπότε βλέπεις Δράκουλα, τι θ’αντιμετωπίσεις
Τη Λαίδη ελευθέρωσε, γιατί δε θα νικήσεις!’

Μόλις ο Δράκος ένιωσε τη δύναμη του Σερ,
Ευθύς αυτός κατάλαβε πως έχασε από χέρ’.
Πόμολα έκλασε πολλά, πολλά και μυρωδάτα
Και πήγε στην κουζίνα του να φτιάξει μαντολάτα.

‘Παρε τη Λαίδη, άθλιε, τολμάς και με απειλείς;
Θα σε εκνευρίσει απίστευτα, όλο μιλάει, θα δείς!’
‘Το ξέρω, λέει πολλά, αλλά είναι γαμάτη,
Αστεία και πανέμορφη, και κάνει καλό κρεβάτι.’

‘Αγάπη μου γλυκειά, έκραξ’ η Λαίδη Μαίρη
Ευχαριστώ που μ’ έσωσες, για δώσε μου το χέρι!’
Ο Σερ τη Λαίδη ανέβασε στο άλογο καβάλα,
Πίσω γυρίσανε μαζί και όλα μέλι γάλα!

Έτσι ο Σερ Μιχάλης έσωσε τότε τη Λαίδη Μαίρη,
Κατόρθωμα που έμεινε στης ιστορίας το τεφτέρι.
Άντρες σαν κι εκείνονε, σιγά μη βγαίνουν τώρα
Γι’αυτό το Σερ Μιχάλη λάτρεψε όλη η χώρα…